Σεσημασμένος χρόνος
περιφέρεται
μας τυλίγει
ξετυλίγεται
μ'ένα ραβδί
μας μαρμαρώνει
μ' ένα νεύμα
μας εξοβελίζει
νάνοι εμείς
κι ασήμαντοι
στου χρόνου
τις περιστροφές
καταλήγουμε
δημιουργοί του τίποτε
και του ποτέ.
Μαύρες τιράντες
απ΄το μπλουζάκι
μαύρες τιράντες
απ΄το σουτιέν
μυώδες κορμί
στριφτό τσιγάρο
στο χέρι
θεέ μου
δως μου δύναμη
ν΄αντέξω
τη μαχαιριά του έρωτα
τα μαγευτικά της μάτια
ν΄αντέξω
μα αυτή
είναι αδιάφορη
κι όλο κοιτάει
δίπλα της
ώσπου ένας νεαρός
την πλησιάζει
κι αυτή
του χαμογελάει εγκάρδια.
Μέσα στα δάση
τριγυρνάς
ελαφίνα μου όμορφη
περήφανη
αποφεύγεις με χάρη
τις παγίδες
κι εγώ
που γεννήθηκα
μικρός λαγός
τρέχω ξοπίσω σου
να σε βλέπω
να σε καμαρώνω
πέρασε όμως ο καιρός
μεγάλωσες
θέλεις να ζευγαρώσεις
μα εγώ δεν το μπορώ
δεν αντέχω να το δω
τρέχω πίσω γρήγορα
στη φωλιά μου
τρυπώνω βαθιά στη γη
και κλαίω γοερά.
Την αγάπη τη βιάζουν
επανειλημμένα και ασύστολα
κι αυτοί που τάχα την υπερασπίζονται
είναι οι χειρότεροι.
Έψαξα απελπισμένα να τη βρω
μα πουθενά δεν ήταν
μόνο στα βιβλία τη συνάντησα
ιδανική μορφή
κάποιων ρομαντικών συγγραφέων
συναίσθημα χάρτινων ηρώων
αίτημα ή προσευχή.
Θησαυρός είναι η αγάπη
κι όποιος τη νιώθει
είναι πλούσιος.
Αναστέναξες
χαμήλωσες τα μάτια
και ψιθύρισες
πως δεν με θέλεις πια
πως άλλαξαν τα αισθήματα σου
για μένα
κι εγώ έμεινα να σε κοιτώ
με μισάνοιχτο στόμα
δεν ήξερα τι να πω
ξάφνου βράδιασε
ήρθε μια νύχτα απρόσμενη
μα σκέφτηκα
πως το έχω ξαναζήσει
πως μιαν άλλη φορά
ήταν απ' το τηλέφωνο
από πεντακόσια χιλιόμετρα μακριά
κι ήταν πιο βαθύ το τραύμα
έτσι δεν σε πίεσα καθόλου
σε ρώτησα
μ' απάντησες
και είπα "άντε στο καλό"
θα ζήσω πάλι
με τη μοναξιά
πιστή και σκληρόκαρδη φίλη.
Όταν ο Θεός έχει κέφια
πλάθει όμορφες Ινδιάνες
και τσιγγάνες.
Τις άλλες μέρες
κρυόκωλες Αγγλίδες, Γερμανίδες.
Αν αυτό ακούγεται ρατσιστικό
πολύ που με νοιάζει.
Αγαπώ τη μελαμψή ομορφιά
γούστο μου, καπέλο μου.
Σοκολατίνες, μιγάδες,
γύφτισσες.
Αφήνω στους άλλους
την καθαρότητα της φυλής
εγώ δεν θα πάρω.
Θεέ μου πιες κανά κρασάκι
να έχεις πάντα κέφια.